Η επίκαιρη ερώτηση του Τοπικού Εκπροσώπου Νυμφασίας Ιωάννη Παλούκου για τον βιολογικό καθαρισμό Βυτίνας δεν έφερε απλώς απαντήσεις. Έφερε στην επιφάνεια αντιφάσεις, παραδοχές, καταγγελίες και ένα μεγάλο ερώτημα: ποιος τελικά ελέγχει τι καταλήγει στον Μυλάοντα;

Η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Γορτυνίας, ανέδειξε ένα σύστημα που φαίνεται να λειτουργεί με αποσπασματικές απαντήσεις, αντιφάσεις, ελλιπή έλεγχο και χωρίς σαφές σχέδιο άμεσης αποκατάστασης.

Στις 11 Μαΐου 2026, ο Τοπικός Εκπρόσωπος Νυμφασίας Ιωάννης Παλούκος κατέθεσε επίκαιρη ερώτηση προς τον Δήμαρχο Γορτυνίας Ευστάθιο Κούλη, με θέμα τη δυσλειτουργία του βιολογικού καθαρισμού Βυτίνας και τη ρύπανση υδάτινων πόρων, ειδικά του Μυλάοντα ποταμού.

Η ερώτηση δεν ήρθε στο κενό. Είχε προηγηθεί η δημόσια αναφορά του πεζοπόρου Νίκου Τρικαλινoύ, ο οποίος στις 4 Μαΐου 2026, περπατώντας στο μονοπάτι από Νυμφασία προς Βυτίνα, στη θέση «Μαύρα Λιθάρια», κατέγραψε έναν έντονα ρυπασμένο παραπόταμο, με δυσοσμία βοθρολυμάτων, να καταλήγει στα νερά του Μυλάοντα.

Η συζήτηση ξεκίνησε λάθος: αντί για το πρόβλημα, στο επίκεντρο μπήκε ο καταγγέλλων

Αντί η συζήτηση να επικεντρωθεί από την πρώτη στιγμή στην ουσία, δηλαδή στη ρύπανση, στη λειτουργία του βιολογικού, στους ελέγχους, στις ευθύνες και στις λύσεις, ένα σημαντικό μέρος του χρόνου αναλώθηκε στο κατά πόσο ο Τοπικός Εκπρόσωπος Νυμφασίας ακολούθησε τις «ορθές διαδικασίες» για την καταγγελία.

Ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, Νεκτάριος Μπαρούτσας, φάνηκε να επιμένει περισσότερο στο διαδικαστικό σκέλος, ενώ υπήρξαν στιγμές που η συζήτηση πήρε χαρακτήρα ειρωνείας και απαξίωσης απέναντι στον Ιωάννη Παλούκο. Για ένα τόσο σοβαρό θέμα, αυτό ήταν τουλάχιστον ατυχές.

Όταν ένας τοπικός εκπρόσωπος θέτει ζήτημα ρύπανσης ποταμού, η πρώτη αντίδραση δεν μπορεί να είναι η επίπληξη. Πρέπει να είναι η διερεύνηση.

Ο κ. Παναγιώτης Μέγας διαμαρτυρήθηκε για το ύφος της αντιμετώπισης προς τον Τοπικό Εκπρόσωπο Νυμφασίας, τονίζοντας ότι το ζήτημα δεν είναι καινούργιο, ούτε άγνωστο. Αντίθετα, πρόκειται για πρόβλημα που απασχολεί την περιοχή εδώ και χρόνια, με καταγγελίες, δημοσιεύματα, αναφορές και δημόσιες παρεμβάσεις.

«Λειτουργεί» ο βιολογικός; Το κρίσιμο ερώτημα που δεν απαντήθηκε καθαρά

Από την πλευρά της Δημοτικής Αρχής υποστηρίχθηκε ότι ο βιολογικός καθαρισμός Βυτίνας λειτουργεί. Όμως η ίδια η συζήτηση δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε.

Από τη μία πλευρά ακούστηκε ότι το σύστημα παρακολουθείται καθημερινά. Από την άλλη, ο Δήμαρχος φέρεται να ανέφερε ότι η παρακολούθηση γίνεται μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Αυτή η απόκλιση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ουσία.

Σε μια εγκατάσταση που αφορά λύματα, πιθανή ρύπανση υδάτινου αποδέκτη και δημόσια υγεία, η παρακολούθηση δεν μπορεί να είναι αόριστη, ούτε να εξαρτάται από περιστασιακούς ελέγχους. Χρειάζεται συνεχής, τεκμηριωμένη και διαφανής εικόνα.

Δεν αρκεί να λέει κάποιος ότι «ο βιολογικός λειτουργεί». Πρέπει να αποδεικνύεται με μετρήσεις, ελέγχους, αναλύσεις, ημερολόγια λειτουργίας και δημόσια λογοδοσία.

Τον χειμώνα, οι αυξημένες βροχές και η δυνατή ροή του Μυλάοντα μπορεί να κάνουν το πρόβλημα λιγότερο ορατό, αραιώνοντας τα ρυπασμένα νερά και περιορίζοντας προσωρινά τη δυσοσμία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ρύπανση εξαφανίζεται. Σημαίνει απλώς ότι κρύβεται καλύτερα, μέχρι να έρθουν οι ξηροί μήνες, να πέσει η στάθμη του ποταμού και να αποκαλυφθεί ξανά η πραγματική έκταση του προβλήματος.

Οι παραδοχές για κόστος, φθορές και αναβάθμιση δείχνουν εγκατάσταση σε οριακή κατάσταση

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναφέρθηκε ότι ο βιολογικός καθαρισμός χρειάζεται σημαντική αναβάθμιση. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, επιστημονικές εισηγήσεις δείχνουν την ανάγκη αναβάθμισης σε τριτοβάθμιο βιολογικό καθαρισμό, με κόστος που ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ.

Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι απαιτούνται περίπου 300.000 ευρώ για σωστή λειτουργία, ενώ ο Δήμος έχει διαθέσει περίπου 200.000 ευρώ. Επίσης, έγινε λόγος για μεγάλο πρόβλημα στις δεξαμενές, με μία δεξαμενή να παρουσιάζει διαρροή και φθορά λόγω παλαιότητας.

Αν όλα αυτά ισχύουν, τότε η εικόνα είναι ξεκάθαρη: δεν μιλάμε για ένα απλό τεχνικό «μικροπρόβλημα». Μιλάμε για μια εγκατάσταση που φαίνεται να βρίσκεται σε κατάσταση έντονης πίεσης, με ανάγκη σοβαρής τεχνικής, οικονομικής και διοικητικής αντιμετώπισης.

Όταν μια εγκατάσταση έχει φθαρμένες δεξαμενές, αυξημένα φορτία, ανεπαρκή παρακολούθηση και ανάγκη ακριβής αναβάθμισης, τότε το πρόβλημα δεν είναι μικρό. Είναι συστημικό.

Το πρόστιμο των 22.000 ευρώ και η σκιά της κακής συντήρησης

Στη συζήτηση αναφέρθηκε επίσης ότι, μετά από μηνυτήρια αναφορά, επιβλήθηκε στον Δήμο πρόστιμο ύψους 22.000 ευρώ από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος, για ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία και τη συντήρηση του βιολογικού καθαρισμού.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Ένα πρόστιμο από αρμόδια περιβαλλοντική αρχή δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση. Είναι διοικητικό καμπανάκι.

Και όταν υπάρχει τέτοιο καμπανάκι, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποβάθμιση του ζητήματος. Πρέπει να είναι η πλήρης δημοσιοποίηση των ευρημάτων, των ευθυνών και των διορθωτικών ενεργειών.

Το μεγάλο ερώτημα: ποιος ρίχνει τι στον βιολογικό;

Το πιο ανησυχητικό σημείο της συζήτησης δεν ήταν μόνο η κατάσταση της εγκατάστασης. Ήταν οι αναφορές ότι στον βιολογικό καθαρισμό ενδέχεται να καταλήγουν φορτία που δεν θα έπρεπε να καταλήγουν εκεί.

Ο κ. Παναγιώτης Μέγας έθεσε ευθέως το ζήτημα των αποβλήτων από τυροκομικές μονάδες, ρωτώντας αν υπάρχει άδεια για τη διάθεσή τους στον βιολογικό καθαρισμό της Βυτίνας. Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, η απάντηση από τη Δημοτική Αρχή ήταν ότι τέτοια άδεια δεν υπάρχει σήμερα, αν και αναφέρθηκε ότι στο παρελθόν ο Δήμος φέρεται να είχε επιτρέψει τέτοιες πρακτικές.

Επίσης, αναφέρθηκε ότι το βυτιοφόρο του Δήμου φαίνεται να μεταφέρει και να απορρίπτει απόβλητα στον βιολογικό, στοιχείο που θέτει ένα ακόμη σοβαρό ερώτημα: εξυπηρετεί ο βιολογικός μόνο τη Βυτίνα ή χρησιμοποιείται ευρύτερα από τον Δήμο;

Αν η εγκατάσταση δέχεται επιπλέον φορτία, πέρα από αυτά για τα οποία σχεδιάστηκε, τότε η υπερφόρτωση δεν είναι πιθανότητα. Είναι σχεδόν αναμενόμενη συνέπεια.

Γιατί τα τυροκομικά απόβλητα είναι επικίνδυνα για έναν μικρό βιολογικό καθαρισμό

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των τυροκομικών αποβλήτων, όπως το τυρόγαλα. Δεν πρόκειται για ένα απλό υγρό απόβλητο. Το τυρόγαλα έχει πολύ υψηλό οργανικό φορτίο και μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα μια εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού που δεν έχει σχεδιαστεί για τέτοιου είδους βιομηχανικά απόβλητα.

Με απλά λόγια, ένας μικρός βιολογικός καθαρισμός που έχει σχεδιαστεί κυρίως για αστικά λύματα μπορεί να «πνιγεί» όταν δεχθεί απότομα μεγάλες ποσότητες αποβλήτων με υψηλή οργανική ρύπανση. Οι μικροοργανισμοί του συστήματος δεν προλαβαίνουν να τα επεξεργαστούν σωστά, η ισορροπία διαταράσσεται και το αποτέλεσμα μπορεί να είναι δύσοσμα, ανεπεξέργαστα ή ελλιπώς επεξεργασμένα λύματα.

Το τυρόγαλα, όταν δεν διαχειρίζεται σωστά, μπορεί να μετατρέψει έναν ήδη πιεσμένο βιολογικό καθαρισμό σε ωρολογιακό μηχανισμό ρύπανσης.

Γι’ αυτό απαιτείται αυστηρός έλεγχος. Όχι ευχολόγια. Όχι απλές επιπλήξεις. Όχι «θα το δούμε». Χρειάζονται άδειες, παραστατικά, διαδρομές βυτιοφόρων, έλεγχοι φορτίων, δείγματα, αναλύσεις και κυρώσεις όπου υπάρχουν παραβάσεις.

Η υπόθεση των ομβρίων υδάτων: άλλο ένα ανοιχτό μέτωπο

Ο Ιωάννης Παλούκος έθεσε και το ζήτημα των ομβρίων υδάτων. Αν όμβρια καταλήγουν στον βιολογικό καθαρισμό, τότε σε περιόδους έντονης βροχόπτωσης το σύστημα μπορεί να υπερφορτώνεται υδραυλικά.

Αυτό σημαίνει ότι η εγκατάσταση μπορεί να δέχεται πολύ μεγαλύτερο όγκο από αυτόν που μπορεί να επεξεργαστεί. Και όταν ο όγκος ξεπερνά τις αντοχές του συστήματος, η ποιότητα της επεξεργασίας πέφτει, οι δεξαμενές πιέζονται και αυξάνεται ο κίνδυνος υπερχειλίσεων ή ανεπαρκούς καθαρισμού.

Το ερώτημα είναι απλό και πρέπει να απαντηθεί δημόσια:

Υπάρχει εγκεκριμένη μελέτη για τα όμβρια που καταλήγουν στην εγκατάσταση; Αν ναι, εφαρμόζεται; Αν όχι, γιατί δεν υπάρχει;

Η Βυτίνα απολαμβάνει τον βιολογικό, αλλά ποιος πληρώνει πραγματικά τη λειτουργία του;

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο που τέθηκε από τον Τοπικό Εκπρόσωπο Νυμφασίας αφορά τη χρηματοδότηση της λειτουργίας του βιολογικού καθαρισμού.

Όπως αναφέρθηκε, οι κάτοικοι της Βυτίνας απολαμβάνουν τη σύνδεση με βιολογικό καθαρισμό, σε αντίθεση με κατοίκους γειτονικών χωριών που αναγκάζονται να καλούν βυτιοφόρα και να πληρώνουν για τη μεταφορά των λυμάτων τους.

Εφόσον ο βιολογικός έχει σημαντικό κόστος λειτουργίας και συντήρησης, τίθεται εύλογο ερώτημα: υπάρχει ειδικό τέλος ή μηχανισμός χρηματοδότησης που να εξασφαλίζει τη βιώσιμη λειτουργία του;

Αν δεν υπάρχει, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι και οικονομικό. Και αν δεν λυθεί το οικονομικό, το τεχνικό θα επιστρέφει ξανά και ξανά σαν κακή οσμή στον αέρα.

Η εικόνα του Δημάρχου και το βάρος της στιγμής

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, σχολιάστηκε αρνητικά και η εικόνα του Δημάρχου να ασχολείται με το κινητό του τηλέφωνο ενώ εξελισσόταν η συζήτηση για ένα τόσο σοβαρό περιβαλλοντικό ζήτημα.

Σε ένα Δημοτικό Συμβούλιο, η εικόνα έχει σημασία. Όταν συζητείται η πιθανή ρύπανση ενός ποταμού, η δημόσια υγεία, η λειτουργία ενός βιολογικού καθαρισμού και οι ευθύνες της διοίκησης, οι πολίτες περιμένουν απόλυτη προσοχή, σοβαρότητα και καθαρό λόγο.

Ο Μυλάοντας δεν είναι θέμα δευτερεύον. Δεν είναι θέμα για να περνάει ανάμεσα σε ειδοποιήσεις κινητού.

Η μεγάλη παραδοχή: το πρόβλημα γίνεται χειρότερο

Από τα πιο σημαντικά σημεία της συζήτησης ήταν η παραδοχή ότι το πρόβλημα δεν μικραίνει. Αντίθετα, φαίνεται να διογκώνεται.

Αυτό πρέπει να σημάνει συναγερμό. Διότι όταν μια Δημοτική Αρχή αναγνωρίζει ότι ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα χειροτερεύει, τότε δεν αρκεί να περιγράφει τη δυσκολία. Πρέπει να παρουσιάζει σχέδιο.

Ποιο είναι το άμεσο σχέδιο;

  • Ποιος ελέγχει καθημερινά την εγκατάσταση;
  • Ποιος καταγράφει τα φορτία που εισέρχονται;
  • Υπάρχουν αναλύσεις εκροής;
  • Υπάρχει παρακολούθηση του Μυλάοντα πριν και μετά το σημείο εκβολής;
  • Υπάρχει χρονοδιάγραμμα επισκευής της προβληματικής δεξαμενής;
  • Υπάρχει απαγόρευση εισόδου μη αδειοδοτημένων αποβλήτων;
  • Υπάρχουν κυρώσεις σε όσους παρανομούν;

Χωρίς απαντήσεις σε αυτά, κάθε αναφορά ότι «το σύστημα λειτουργεί» μένει μετέωρη.

Το συμπέρασμα από το Δημοτικό Συμβούλιο

Η επίκαιρη ερώτηση του Ιωάννη Παλούκου πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό: έφερε το θέμα ξανά στο φως και ανάγκασε τη Δημοτική Αρχή να τοποθετηθεί.

Όμως η συζήτηση δεν καθησύχασε. Αντίθετα, άνοιξε περισσότερα μέτωπα.

Ακούσαμε για βιολογικό που «λειτουργεί», αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται αναβάθμιση άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ. Ακούσαμε για παρακολούθηση, αλλά χωρίς ξεκάθαρη εικόνα αν είναι καθημερινή ή περιοδική. Ακούσαμε για κόστη, αλλά όχι για πλήρη λύση χρηματοδότησης. Ακούσαμε για πιθανές παράνομες απορρίψεις, αλλά όχι για αυστηρό μηχανισμό ελέγχου. Ακούσαμε για φθαρμένες δεξαμενές, αλλά όχι για άμεσο χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης.

Η είδηση δεν είναι μόνο ότι υπάρχει πρόβλημα στον βιολογικό καθαρισμό Βυτίνας. Η είδηση είναι ότι, από τη συζήτηση, προκύπτει πως κανείς δεν μπορεί να πει με απόλυτη διαφάνεια ποιος ρίχνει τι, πότε, πόσο και με ποιον έλεγχο.

Ο Μυλάοντας δεν μπορεί να περιμένει άλλο

Ο Μυλάοντας ποταμός είναι κομμάτι της φυσικής ταυτότητας της περιοχής. Δεν είναι αγωγός απορροής. Δεν είναι χώρος απόθεσης. Δεν είναι βολική έξοδος για όσα δεν μπορεί ή δεν θέλει να διαχειριστεί σωστά ο Δήμος.

Η Νυμφασία, η Βυτίνα και η ευρύτερη Γορτυνία έχουν επενδύσει στη φύση, στα μονοπάτια, στον εναλλακτικό τουρισμό, στην εικόνα ενός τόπου καθαρού και αυθεντικού. Αυτή η εικόνα δεν μπορεί να συνυπάρχει με βοθρολύματα, δυσοσμία, θολά νερά και αόριστες απαντήσεις.

Το ποτάμι δεν ζητά πολλά. Ζητά να μην το σκοτώνουμε σιωπηλά.

Τι πρέπει να γίνει άμεσα

Η Δημοτική Αρχή οφείλει να προχωρήσει άμεσα σε συγκεκριμένες ενέργειες:

  • Άμεσο τεχνικό έλεγχο του βιολογικού καθαρισμού από ανεξάρτητο φορέα.
  • Δημοσιοποίηση των πορισμάτων για την κατάσταση της εγκατάστασης.
  • Καθημερινή καταγραφή εισερχόμενων φορτίων, ειδικά από βυτιοφόρα.
  • Απαγόρευση μη αδειοδοτημένων απορρίψεων βιομηχανικών ή τυροκομικών αποβλήτων.
  • Έλεγχο των ομβρίων υδάτων και μελέτη αποσύνδεσής τους από το σύστημα, εφόσον επιβαρύνουν την εγκατάσταση.
  • Άμεση επισκευή της προβληματικής δεξαμενής και δημόσιο χρονοδιάγραμμα εργασιών.
  • Συνεχή δειγματοληψία στον Μυλάοντα, πριν και μετά τα σημεία πιθανής επιβάρυνσης.
  • Δημόσια ενημέρωση των πολιτών σε τακτική βάση.
  • Αναζήτηση χρηματοδότησης για ουσιαστική αναβάθμιση της εγκατάστασης.
  • Θεσμοθέτηση δίκαιου τέλους ή μηχανισμού κάλυψης κόστους, ώστε η λειτουργία να μην εξαρτάται από πρόχειρες λύσεις.

Επίλογος: Η ευθύνη δεν μπορεί να διαλυθεί στο νερό

Το Δημοτικό Συμβούλιο της 11ης Μαΐου 2026 θα μπορούσε να είναι η στιγμή που ο Δήμος Γορτυνίας θα έδινε καθαρές απαντήσεις. Αντί γι’ αυτό, άφησε πίσω του μια βαριά αίσθηση: ότι το πρόβλημα είναι γνωστό, χρόνιο, σοβαρό και ακόμη χωρίς πειστική λύση.

Ο Ιωάννης Παλούκος έθεσε το ζήτημα θεσμικά. Ο Παναγιώτης Μέγας ανέδειξε τις καταγγελίες και την ανάγκη ελέγχου. Ο Νίκος Τρικαλινός κατέγραψε την εικόνα στο πεδίο. Οι κάτοικοι βλέπουν, μυρίζουν και ανησυχούν.

Τώρα η ευθύνη βρίσκεται στη Δημοτική Αρχή.

Ο Μυλάοντας δεν είναι απλώς ένα ποτάμι. Είναι η μνήμη, η ανάσα και η αξιοπρέπεια του τόπου. Και αυτή η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να συνεχίσει να εκβάλλει μέσα στη ρύπανση.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα.

Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα επιτρέπεται να υπάρχει.