Στα ταμπούρια του Μαινάλου

Μορφή από τους καιρούς που η τιμή στεκόταν όρθια μαζί με το σπαθί και την ψυχή.
Μετά τα Τρίκορφα, η Γορτυνία δεν έμοιαζε απλώς πληγωμένη. Έμοιαζε να έχει σκύψει το κεφάλι της για μια στιγμή, μόνο και μόνο για να ακούσει πιο καθαρά τον βηματισμό της μοίρας. Οι απώλειες ήταν βαριές, οι δυνάμεις λιγοστές, τα πρόσωπα σκαμμένα από καπνό και αγρύπνια. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη θλίψη δεν επικρατούσε το τέλος. Υπήρχε ακόμη ένας παλμός. Ο Κολοκοτρώνης. Όχι μόνο ως αρχηγός, αλλά ως εκείνη η αόρατη δύναμη που περνούσε από στόμα σε στόμα και γινόταν θάρρος. Η παρουσία του δεν έμενε στα πολεμικά σχέδια. Έφτανε ως τη Βυτίνα, ως τη Νυμφασία, ως τα στενά και τα ριζά του Μαινάλου, και γινόταν πίστη πως ο αγώνας δεν είχε σωπάσει.
Την ίδια ώρα, ο Ιμπραήμ κατέβαινε σαν μαύρη πλημμυρίδα. Δεν πατούσε απλώς τη γη. Τη λύγιζε. Χώριζε τις δυνάμεις του, ξεχύνονταν οι φάλαγγες του από διαβάσεις και μονοπάτια, και όπου περνούσε άφηνε πίσω στάχτη, αιχμαλωσίες και φόβο. Στη Βυτίνα, η φωτιά σκόρπισε με τρόμο τον ουρανό. Στη Νυμφασία, όμως, πριν ακόμη φανεί ο καπνός, οι άνθρωποι είχαν ήδη ακούσει το κακό να πλησιάζει. Και τότε δεν περίμεναν τη συμφορά να τους βρει στις αυλές τους. Πήραν τα παιδιά, μάζεψαν τις οικογένειες, ανέβηκαν στα ταμπούρια, στα φυλάκια, στα περάσματα, εκεί όπου το βουνό μπορούσε ακόμη να μιλήσει ελληνικά.
Το Μαίναλο δεν ήταν μόνο καταφύγιο. Ήταν συνένοχος της αντοχής τους. Μέσα στις πέτρες, στις ρίζες, στις απότομες πλαγιές και στις κρυφές χαραδρώσεις, οι Νυμφάσιοι Γρανιτσιώτες δεν πολεμούσαν σαν τακτικός στρατός. Πολεμούσαν σαν άνθρωποι δεμένοι με τον τόπο τους ως το μεδούλι. Κάθε βράχος γινόταν προμαχώνας. Κάθε στενό, παγίδα. Κάθε σιωπή, μία απειλή που ο εχθρός δεν μπορούσε να μετρήσει. Εκεί δεν στεκόταν μονάχα η ανάγκη της επιβίωσης. Στεκόταν η απόφαση να μη δοθεί η γη, η μνήμη, η τιμή, χωρίς αντίσταση.
Στο Αλωνάκι, εκεί όπου είχαν μαζευτεί οικογένειες για να γλιτώσουν από το πέρασμα της καταστροφής, η αγωνία είχε γίνει σχεδόν απτή. Ανάμεσα σε μανάδες, παιδιά και πρόσωπα σφιγμένα από την αναμονή, υψώθηκε εκείνη η σιωπηλή μορφή που συχνά κρατά έναν τόπο περισσότερο από τα τείχη του. Ο Παναγιώτης Κουντάνης. Δεν χρειάστηκε να φωνάξει για να ακουστεί. Δεν χρειάστηκε να κάνει επίδειξη για να σταθεί. Χρειάστηκε μονάχα να μη λυγίσει. Και σε αυτή την ακίνητη, βαθιά ανθρώπινη γενναιότητα, κρυβόταν όλη η δύναμη του τόπου. Η ασπίδα των αδυνάμων δεν ήταν μονάχα το όπλο. Ήταν η ψυχή εκείνου που αποφάσιζε πως πίσω του δεν θα περάσει ο φόβος.
Ο εχθρός μπορεί να πέρασε, να κατέστρεψε, να έκαψε και να μάτωσε την περιοχή, μα δεν κατάφερε να σβήσει το ουσιώδες. Γιατί στη Νυμφασία και στα ταμπούρια του Μαινάλου δεν έμειναν όρθιες μόνο οι πέτρες. Έμειναν όρθιοι οι άνθρωποι. Έμεινε όρθια η μνήμη. Έμεινε άσβεστη η ιδέα της ελευθερίας, εκείνης που δεν είναι σύνθημα, αλλά βίωμα, σταυρός, χρέος και κληρονομιά.
Και σήμερα, 25η Μαρτίου, η Νυμφασία δεν τιμά απλώς ένα παρελθόν. Ανοίγει ξανά το κεφάλαιο εκείνο όπου η πίστη συναντήθηκε με την ελευθερία και η ιστορία έγινε προσευχή και όρκος μαζί. Η γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου έρχεται να αγκαλιάσει τη μνήμη του Αγώνα, σαν να ενώνεται ο ουρανός με τη γη, το δάκρυ με τη σημαία, η ελπίδα με τη θυσία. Και το μήνυμα μένει ζωντανό, καθαρό, αναγκαίο. Ελευθερία από κάθε δυνάστη, μα και ελευθερία από τα πάθη, από τον φόβο, από ό,τι βαραίνει την ψυχή και τη μικραίνει. Γιατί η αληθινή λευτεριά δεν κατοικεί μόνο στα σύνορα της πατρίδας. Κατοικεί και μέσα στον άνθρωπο, όταν έχει φως, πίστη, μνήμη και καρδιά που δεν παραδίνεται. Αυτό το φως ας κρατήσουμε. Αυτό το φως ας δώσουμε.
Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!
Ζήτω η Πατρίδα Ελλάδα!
Στη μνήμη που δεν σβήνει.
Στην πατρίδα που έμαθε να ανασταίνεται.
